Ηθοποιός. Γεννήθηκε στη Νέα Σμύρνη στην Αθήνα το 1941. Και οι δύο γονείς της κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη.
Εργάστηκε αρχικά στην Ελλάδα ως ηθοποιός. Για δεκαετίες υπηρετεί το Κυπριακό Θέατρο έχοντας να παρουσιάσει μια πολύ αξιόλογη προσφορά. Μετά τις γυμνασιακές της σπουδές παρακολούθησε γαλλική φιλολογία στη Γαλλική Ακαδημία Αθηνών, ακολούθησε όμως τη θεατρική σταδιοδρομία αφού ενθαρρύνθηκε σ' αυτό από σημαντικούς ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου, όπως οι Μινωτής, Τερζάκης, Πλωρίτης και Κατσέλης, οι οποίοι την παρακολούθησαν σε σχολική παράσταση (στον ρόλο της Ηλέκτρας, στις «Mύγες» του Σαρτρ).
Βλέπε Βίντεο: Τραγωδία Εκάβη
Άρχισε τη θεατρική της σταδιοδρομία το 1962, στο Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη, με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού». Στη συνέχεια συνεργάστηκε για δυο χρόνια με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κύπριο ηθοποιό Στέλιο Καυκαρίδη τον οποίο παντρεύτηκε. Μετά το Θέατρο Τέχνης, συνεργάστηκε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τον Δημήτρη Μυράτ.
Στην Κύπρο η Δέσποινα Μπεμπεδέλη ήλθε το 1969 και έπαιξε στο Νέο Θέατρο του Βλαδίμηρου Καυκαρίδη. Συνεργάστηκε επίσης με το Θέατρο ΡΙΚ (από το 1969 που ιδρύθηκε, μέχρι το 1971 που σταμάτησε τη λειτουργία του). Από το 1971 που ιδρύθηκε ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (ΘΟΚ) υπήρξε βασικό του στέλεχος επί δυόμιση περίπου δεκαετίες. Η Μπεμπεδέλη εμφανίστηκε με επιτυχία σε διάφορους πρωταγωνιστικούς και άλλους ρόλους σε έργα του ΘΟΚ, όπως την «Εκάβη» του Ευριπίδη, που ανεβάστηκε και στην Επίδαυρο, το «Μάνα κουράγιο» και τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, την «Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη κ.ά. Μετά την αποχώρησή της από τον ΘΟΚ συνεργάστηκε με το Σατιρικό Θέατρο.
Συνεργάστηκε επίσης με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου τόσο σε τηλεοπτικά θεατρικά έργα, όσο και σε ραδιοφωνικές θεατρικές και άλλες εκπομπές.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η Δέσποινα Μπεμπεδέλη πήγε στην Ελλάδα και πήρε μέρος σε θεατρικές παραστάσεις, τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές ταινίες. Έπαιξε στις τηλεοπτικές σειρές «Περί Ανέμων και Υδάτων» (πλάι στον Θανάση Βέγγο), «Βίος Ανθόσπαρτος», «Αν θυμηθείς τ΄όνειρό μου», «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» και «Επτά Θανάσιμες Πεθερές». Εμφανίστηκε επίσης στις κινηματογραφικές ταινίες «Ταξίδι στην πρωτεύουσα», «Προς την ελευθερία», «Ο τελευταίος γυρισμός», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» και «Μαύρο λιβάδι».
Ύστερα από μερικά χρόνια παραμονής στην Ελλάδα επέστρεψε και πάλι στην Κύπρο, όπου ξανάρχισε τη συνεργασία της με το Σατιρικό Θέατρο, ενώ συνεργάστηκε και με τον ΘΟΚ. Εμφανίστηκε επίσης σε τηλεοπτικές σειρές ιδιωτικών καναλιών.
Είναι βραβευμένη με το «Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς Ανθία-Πιερίδη» της Κ.Ε. ΑΚΕΛ (1990), με το έπαθλο Μαρίκας Κοτοπούλη (1993), τιμήθηκε από τον ΘΟΚ για την πολυετή προσφορά της στον Οργανισμό (1994) και (2003), ενώ στην Ελλάδα, για το ρόλο της στο έργο «Χάρολντ και Μωντ», ανακηρύχθηκε το 1996 ηθοποιός της χρονιάς.
Το 2004 η Δέσποινα Μπεμπεδέλη κατήλθε ως υποψήφια ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει θέατρο στη σχολή του Σατιρικού Θεάτρου στην Λευκωσία.
Τιμή από τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Η κυπριακή Βουλή τίμησε την ηθοποιό- σκηνοθέτρια Δέσποινα Μπεμπεδέλη κατά τη διάρκεια εκδήλωσης με τίτλο «Ένα μακρύ πολύχρονο ταξίδι από την πραγματικότητα στον μαγικό κόσμο του θεάτρου». Στον χαιρετισμό της, η Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου αποκάλεσε την Δέσποινα Μπεμπεδέλη «καλλιτέχνιδα με Κάππα κεφαλαίο» και «ιερό θεριό της κυπριακής σκηνής», αναγνωρίζοντας τη σημαντική της συμβολή στον χώρο του θεάτρου. Λαμβάνοντας το τιμητικό μετάλλιο η κ. Μπεμπεδέλη είπε, μεταξύ άλλων, ότι εάν ο πολιτικός πολιτισμός με τον πνευματικό επικοινωνούν σε θέματα ουσίας, αυτό θα είναι μεγάλο όφελος για την πατρίδα.
Η εκδήλωση η οποία έγινε στις 19 Φεβρουαρίου 2025 στην οποία παρέστη και η Υφυπουργός Πολιτισμού, Βασιλική Κασσιανίδου, ξεκίνησε με προβολή βίντεο-αφιερώματος για την Δέσποινα Μπεμπεδέλη με αποσπάσματα από την πολυετή και πλούσια πορεία της στη σκηνή.
Ακολούθως, η Αννίτα Δημητρίου απηύθυνε χαιρετισμό ξεκινώντας την ομιλία της με ένα απόσπασμα από τον Αντόν Τσέχωφ σχετικά με την τέχνη της υποκριτικής. «Πρέπει να νιώθεις μια ροή χαράς, επειδή είσαι ζωντανός. Το σώμα σου θα αισθάνεται γεμάτο ζωή. Αυτό πρέπει να δώσεις επί σκηνής· τη ζωή σου. Τίποτα λιγότερο. Αυτό είναι τέχνη: να δίνεις όλα όσα έχεις», παρέθεσε ίδια, λέγοντας ότι αυτή η θεώρηση αντικατοπτρίζει απόλυτα τη μεγάλη ηθοποιό Δέσποινα Μπεμπεδέλη.
Παράλληλα, ανέφερε πως η Δ. Μπεμπεδέλη έχει συμπληρώσει έξι δεκαετίες παρουσίας στο σανίδι, ερμηνεύοντας πάνω από 170 ρόλους και χαρακτήρες σε σημαντικά έργα, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Υπέδειξε πως η Δ. Μπεμπεδέλη συνεχίζει να προσφέρει στο Σατιρικό Θέατρο, ανεβάζοντας έργα και σκηνοθετώντας παραστάσεις. Επιπλέον, συνέχισε, διδάσκει υποκριτική στη Δραματική Σχολή «Βλαδίμηρος Καυκαρίδης», μεταλαμπαδεύοντας τις γνώσεις και την εμπειρία της στις νέες γενιές ηθοποιών.
«Απόψε αισθάνομαι ότι γίνεται μια συνάντηση κορυφής. Συναντάται ο πολιτικός πολιτισμός με τον πνευματικό πολιτισμό», είπε η κ. Μπεμπεδέλη παραλαμβάνοντας το βραβείο, σημειώνοντας ότι «εάν αυτοί οι δύο πολιτισμοί επικοινωνούν σε θέματα ουσίας θα είναι μεγάλο όφελος για την πατρίδα».
Στην αντιφώνησή της η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, με βαθιά συγκίνηση, μίλησε για την τιμητική εκδήλωση στο Σατιρικό Θέατρο, το οποίο αποκάλεσε «δεύτερο σπίτι» της. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στη συλλογική προσπάθεια με τον σύζυγό της Στέλιο Καυκαρίδη, τα παιδιά τους και τους συνεργάτες τους για τη διατήρηση του θεάτρου ζωντανού, τιμώντας παράλληλα την κληρονομιά του Βλαδίμηρου Καυκαρίδη.
Βλέπε λήμμα: Βλαδίμηρος Καυκαρίδης
Ανατρέχοντας στα παιδικά της χρόνια, η Δ. Μπεμπεδέλη θυμήθηκε τη ζωή της κατά τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη για την παρουσία και των δύο γονιών της εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ιδιαίτερα σημαντική, όπως είπε, ήταν η επιρροή του πατέρα της, ιεροψάλτη, ο οποίος της δίδαξε αρχαία ρητά και εκκλησιαστικούς ύμνους που αποτέλεσαν πυξίδα πνευματικής και γλωσσικής νόησης για την ίδια, όπως είπε.
Πρόσθεσε ότι με την υποστήριξη της οικογένειάς της, ακολούθησε το όνειρό της να γίνει ηθοποιός, έχοντας για δασκάλους σπουδαίους ανθρώπους. Σε μια συναισθηματική αναδρομή πήγε πίσω στο 1962 όταν εμφανίστηκε στη λαϊκή όπερα του Μίκη Θεοδωράκη «στο τραγούδι του νεκρού αδερφού», που ανέβηκε από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Μάνου Κατράκη. Η ζωή της, όπως είπε, πήρε μια νέα τροπή όταν ο έρωτας την οδήγησε το 1969 στην Κύπρο, «μια άλλη Ελλάδα», τη δεύτερη πατρίδα της, όπου ζει και εργάζεται εδώ και 56 χρόνια. Δήλωσε ότι είχε την ευλογία να ισορροπήσει επιτυχώς την καριέρα της με την οικογενειακή ζωή. Πρόσφατα, γιορτάζοντας τα 84α γενέθλιά της, η Δ. Μπεμπεδέλη αναλογίστηκε τα «ατέλειωτα νοητά ταξίδια» που έκανε μέσω των ποικίλων ρόλων της στο θέατρο.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, η Μπεμπεδέλη εξέφρασε την επιθυμία της να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις της στο Σατιρικό Θέατρο. Παράλληλα, μοιράστηκε την ευχή της για την ελευθερία της Κύπρου από τον εισβολέα και την επανένωση του νησιού, ελπίζοντας να ζήσει για να δει αυτή την ημέρα.
Το "φαινόμενο" Δέσποινα Μπεμπεδέλη
«Προβληματίστηκα πάρα πολύ για το τι να πρωτοπώ για αυτή τη μεγάλη μορφή του θεάτρου μας», είπε ο θεατρικός συγγραφέας, Γιώργος Νεοφύτου ο οποίος μίλησε σε μια ιστορική αφήγηση για το έργο και την προσφορά του «φαινομένου» Δέσποινα Μπεμπεδέλη στην πολιτιστική ζωή της Κύπρου και της Ελλάδας.
«Ως θεατής, η πρώτη μου συνάντηση με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη ήταν το 1967, στην παρθενική της εμφάνιση στο νησί μας ως 'Μιραντολίνα' στη Λοκαντιέρα του Κάρλο Γκολντόνι. Η εντύπωση που μου προκάλεσε παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Αναλογίζομαι πώς εκείνη η ταλαντούχα νεάνιδα, που τότε σκανδαλιάρικα όργωνε τη σκηνή, πρόσφατα μας καθήλωσε υποδυόμενη την υπεραιωνόβια γραμματέα και στενογράφο του Υπουργού Προπαγάνδας του Χίτλερ, Γιόζεφ Γκέμπελς. Βουλιαγμένη σε μια πολυθρόνα και με ελάχιστες μόνο κινήσεις του χεριού, κατάφερε να μαγνητίσει το κοινό, αποδεικνύοντας το εύρος του ταλέντου της», είπε ο Γιώργος Νεοφύτου.
Πρόσθεσε ότι η Δέσποινα Μπεμπεδέλη κουβαλά μαζί της «την προίκα» που της έδωσαν οι μεγάλοι δάσκαλοί της, λέγοντας ότι ανήκει στην ομάδα των θεατρίνων που αναβάθμισαν το θέατρο. «Έχουν λεχθεί άπειρα λόγια για να περιγράψουν το ταλέντο και την αποκτημένη τεχνική της Δ. Μπεμπεδέλη. Μια περιφερόμενη υποκριτική βιβλιοθήκη την ονόμαζε ο αξέχαστος συνεργάτης της Νίκος Χαραλάμπους», είπε ο Γ. Νεοφύτου. Υπέδειξε ότι μέσα σε αυτό εμπερικλείονται όλοι οι χαρακτηρισμοί: «μεγάλη τραγωδός, συγκλονιστική θεατρίνα, υπέροχη δασκάλα, ντίβα, δαιμόνια θεατρική φύση, θηριώδης, ηχόχρωμα φωνής που κινείται από τις κάτω νότες έως τις υψηλότερες της μουσικής κλίμακας και πάρα, πάρα, πάρα πολλά άλλα». Παράλληλα, ο κ. Νεοφύτου μίλησε για τους ρόλους τους οποίους υποδύθηκε η Δ. Μπεμπεδέλη, όπως Μάνα Κουράγιο, Γκρούσα, Μωντ, Ρόουζ, Εκάβη, Αγαύη, Ανδρομάχη, λέγοντας ότι για ερμηνείες της απέσπασε διθυραμβικές κριτικές.
Πρόσθεσε ακόμη ότι σύμφωνα με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, «η Δέσποινα Μπεμπεδέλη εντάσσεται στην υποκριτική μας ιστορία που έρχεται να κλείσει το τόξο Κοτοπούλη-Παξινού-Παπαθανασίου.
Σε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα, ο σύζυγος της Δέσποινας Μπεμπεδέλη, Στέλιος Καυκαρίδης, μίλησε με συγκίνηση για την οικογένειά τους. «Είμαστε μαζί με τη Δέσποινα πάνω από μισό αιώνα», είπε χαρακτηριστικά. «Ως σύζυγος, μάνα και γιαγιά, είναι πάντα δίπλα μας, να μας φροντίζει και να μας αγκαλιάζει με τρυφερότητα και το μεγαλείο της ψυχής της», είπε. Ο κ. Καυκαρίδης αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν μαζί, λέγοντας «δεν περάσαμε και λίγα, αλλά τα καταφέραμε γιατί είχαμε ο ένας τον άλλο».
Βιντεοσκοπημένα μηνύματα έστειλαν και άτομα που συνεργάστηκαν με την μεγάλη ηθοποιό, όπως ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγεώργος και ο συνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης.
Μετά το πέρας της ομιλίας της η κ. Μπεμπεδέλη ερμήνευσε επί σκηνής μονόλογο-απόσπασμα από την τραγωδία Τρωάδες του Ευριπίδη.
Πηγές: