Ο Άκης Παναγιώτου γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1955 στο χωριό Μοναγρούλλι Λεμεσού. Οικογένεια με μουσική παράδοση που ξεκινάει από τον προπροπάππου Αλέξανδρο το 1830 όπου με τον αδερφό του έπαιζαν βιολί, λαούτο και ταμπουτσιά και συνεχίστηκε με τον προπάππου Δημήτρη Χατζηδημήτρη και τον αδερφό του, ακολούθησε ο παππούς μου Χρυσόστομος Χατζηδημήτρης με τον αδερφό του Αναστάση, όπου έπαιζαν σε γάμους και πανηγύρια σε όλη την Κύπρο και φτάνει μέχρι και σήμερα.
Το 1969 αγόρασε το πρώτο του μπουζούκι και πήγαινε με τον θείο του και παρακολουθούσε τις πρόβες των μουσικών στη σχολή που είχε ανοίξει ο Λουκάς Νταράλας στην πλατεία Ηρώων στη Λεμεσό. Η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται σήμερα με τον Άκη Παναγιώτου και τον αδερφό του Δημήτρη. Πάνω από σαράντα χρόνια με το μπουζούκι και την κιθάρα τους διασκεδάζουν τους Λεμεσιανούς, παίζοντας σε όλα τα γνωστά μουσικα κέντρα της πόλης αλλά και ως ιδιοκτήτες της περίφημης «Μπακαλοταβέρνας» και του μουσικού κέντρου «Κλαψίδες» την δεκαετία 80-90 με παρέα φίλων, όπου δημιούργησαν τη «Ρεμπέτικη Παρέα», που εκτός των άλλων συμμετείχε σε πολλές Γιορτές του Κρασιού στη Λεμεσό.
Βλέπε λήμμα: Γιορτή του κρασιού
Η μουσική του διαδρομή έχει αποτυπωθεί στην πληθώρα των τραγουδιών που έχει συνθέσει με βασικό του θέμα την πόλη της Λεμεσού και την καθημερινή ζωή με γνωστότερα τραγούδια το «Γεια σου Ωραία Λεμεσός», «Πεντάμορφη μου Λεμεσός», «Ν’ αράξουμε εις το γιαλό», «Στέλλα», «Καφενείο η Ελλάς» και τα βιωματικά τραγούδια «Στα Άδανα» και η «Μάνα».
Αιχμάλωτος πολέμου
Τον Ιανουάριο του 1973 σε ηλικία 17 χρονών κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά στο ΚΕΝ Πάφου και με πρώτη μετάθεση στο 281 Τ.Π., στη Μύρτου και δεύτερη μετάθεση στο 251 Τ.Π. και συγκεκριμένα στο φυλάκιο «Πράσινος» στον Άγιο Ιλαρίωνα. Την ημέρα της εισβολής 20 Ιουλίου 1974 ο ίδιος μέσα από το βιβλίο του Αιχμάλωτος πολέμου 1974 μας αφηγείται τα εξής: «Η ώρα 05:30 το πρωί πέρασε το πρώτο αεροπλάνο. Άρχισαν τις βυθίσεις πάνω από την Κερύνεια και λίγο αργότερα έπεσε κι έσκασε η πρώτη βόμβα. Δεν βρήκανε καμία αντίσταση. Η απόβαση είχε ξεκινήσει, βγάλανε 4−5 άρματα και τους είχαμε περικυκλωμένους στο «Πέντε Μίλι», δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι οι Τούρκοι, αν είχαμε βοήθεια να χτυπήσουμε τα πλοία, θα ήταν διαφορετική η κατάληξη. Το 251 Τ.Π. έμεινε και πολέμησε για αυτό είχαμε και πολλές απώλειες. Η πρώτη βόμβα έπεσε κοντά στο φυλάκιο μας και είχαμε προλάβει να καλυφθούμε στα ορύγματα και στα πολυβολεία που είχαμε. Μέχρι την Κυριακή συνέχισαν να μας ρίχνουν από τον Άγιο Ιλαρίωνα προς την Αετοφωλιά που ήμασταν εμείς. Αργότερα ήρθαν κοντά μας και οι υπόλοιποι από τα γύρω φυλάκια. Δεν έμειναν για αρκετό χρόνο μαζί μας και αποφάσισαν να επιστρέψουν στο φυλάκιό τους. Τους σκότωσαν όλους, ήταν λάθος τους να επιστρέψουν. Κάποια στιγμή οι λοκατζήδες πήρανε την «Άσπρη Μούττη» και σήκωσαν την ελληνική σημαία. Πέρασαν δέκα λεπτά και η σημαία έπεσε, διότι περίμεναν βοήθεια από το πεζικό να βάλει με τα πολυβόλα, αλλά ποιος να πάει, κανείς δεν υπήρχε ούτε διοικητές ούτε τίποτα. Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και φύγαμε. Μας μετέφεραν στο Προεδρικό, τότε καταλάβαμε τί ακριβώς είχε συμβεί, το Προεδρικό ήταν ήδη καμένο. Πίσω από το Προεδρικό έγινε η ανασυγκρότηση του τάγματος. Μας μετέφεραν στον Κουτσοβέντη, στα 100 σπίτια της Ρήγαινας κοντά στο μοναστήρι του Άγιου Χρυσόστομου, όπου ήταν εκεί η 32 Μοίρα Καταδρομών και μας άφησαν εκεί μέχρι τις 14 Αυγούστου. Εκεί πρόσεξα σε ένα πέρασμα, δύο λεωφορεία όπου είχε μέσα σκοτωμένους Τούρκους στρατιώτες. Στο Συγχαρί στα υψώματα ήταν οι Τούρκοι. Κάθε μέρα δεχόμασταν αεροπορικές επιθέσεις. Προσπαθούσαμε να κρυφτούμε κάπου, διότι ρίχνανε βόμβες ναπάλμ. Τελικά ξεφύγαμε και κατευθυνθήκαμε προς την Κυθρέα περπατητοί, σε μια πορεία πάνω στις κορυφές των ορεινών όγκων του Πενταδακτύλου σχεδόν για πάνω από είκοσι χιλιόμετρα. Στην Κυθρέα κατευθυνθήκαμε προς το σχολείο του χωριού. Εκεί συναντήσαμε κάποιους του Τάγματος. Θέλαμε να φάμε. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν ήδη φύγει, συνεχίσαμε τον δρόμο μας και συναντήσαμε μια φάλαγγα των Τούρκων που πήγαινε για το Βαρώσι, περίπου 3-4 χιλιάδες στρατό. Ήμασταν σε απόσταση 100 μέτρων, δεν μπορούσες να κρυφτείς πουθενά. Βγάλαμε τα κράνη, τα ρίξαμε μες στα τριφύλλια και φαίνεται ότι αυτό μας έσωσε. Ήμουν μαζί με 2-3 άλλους, πέρναγε η φάλαγγα από μπροστά μας και παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια, ακόμα διερωτώμαι πώς και δεν μας σκότωσαν. Μάλλον μάς πέρασαν για Τουρκοκύπριους. Πέρασε η φάλαγγα και προχωρήσαμε σε κάτι ευκαλύπτους. Από εκείνο το σημείο ξεκινούσε το χωριό Παλαίκυθρο. Εκεί πιαστήκαμε αιχμάλωτοι. Την επόμενη 15 Αυγούστου οι Τούρκοι περικύκλωσαν το χωριό. Μπαίνοντας στο χωριό ακούγονταν πυροβολισμοί και είχαν αρχίσει τις εκτελέσεις. Ήρθε ένα αυτοκίνητο με Τούρκους στρατιώτες, μας κοίταξαν, δεν είπαν τίποτα και φύγανε. Λίγο πιο πριν, είχαν έρθει στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών να μας καταγράψουν. Σε λίγα λεπτά έρχονταν εξαγριωμένοι Τούρκοι και πυροβολούσαν στο σχολείο με τα πολυβόλα, εμείς τρέξαμε και μπήκαμε μες στις αίθουσες. Πέφτανε οι σουβάδες από τους τοίχους και όταν σταμάτησαν, ήρθε ένας Τουρκοκύπριος στην πόρτα και μας λέει: «Αν βαστά κάποιος όπλο να το πετάξει και δεν θα πάθετε τίποτα». Μας έβγαλαν όλους έξω και μας χώρισαν σε ομάδες. Τα παιδιά, οι γέροι και γυναίκες σε μια και στην άλλη τους άντρες και στρατιώτες. Όλοι μαζί περί τα 300 άτομα. Μας έβαλαν στο γήπεδο και ήταν έτοιμοι να μας εκτελέσουν. Ένας Τούρκος κρατούσε ένα πολυβόλο Browning 50άρι και ένωνε τις ταινίες. Μας έβαλαν κατά γραμμή με τα χέρια πάνω και ήταν έτοιμος να αρχίσει. Ξαφνικά, ακούσαμε μια πουρού αυτοκινήτου από μακριά. Ερχόταν ένας Τούρκος αξιωματικός με σηκωμένο το χέρι του και έπαιζε την πουρού, μόλις κατάλαβαν ότι ήταν ο διοικητής τους, «παλουκώθηκαν» σε στάση προσοχής όλοι· δεν κουνιόταν φύλλο. Πετάχτηκε από το τζιπ και άρχισε να τους βρίζει όλους και κλώτσησε το πολυβόλο. Έτσι σωθήκαμε από βέβαιη εκτέλεση. Μετά, μάς έβαλαν στα λεωφορεία και κατά την διαδρομή από το Παλαίκυθρο στις Χαμίτ Μάντρες υπήρχε συγκεντρωμένος κόσμος και μας πετούσαν πέτρες. Καταλήξαμε στο Γκαράζ του Παυλίδη, ήταν ένα γκαράζ πολύ μεγάλο το οποίο έπιασαν οι Τούρκοι το 1963, βρισκόταν στην Πράσινη Γραμμή και πιθανόν μας χρησιμοποιούσαν σαν ανθρώπινη ασπίδα. Μείναμε εκεί δεκαπέντε μέρες, από τις 15 Αυγούστου μέχρι τις 31 του μηνός. Στις 31 Αυγούστου έφυγα για την Τουρκία. Μέσα στα λεωφορεία ήταν Τουρκοκύπριοι αστυνομικοί. Στον δρόμο που πηγαίναμε, σταματούσαν τα λεωφορεία Τούρκοι στρατιώτες και έμπαιναν μέσα. Μας χτυπούσαν με τις ξιφολόγχες χωρίς έλεος. Μας πήγανε στο γυμνάσιο της Κερύνειας και περιμέναμε να έρθει το μεταγωγικό για να μας πάρει για την Τουρκία (Μερσίνα, Άδανα, Αμάσια και Αντίγιαμα) όπου είμασταν αιχμάλωτοι πολέμου μέχρι τον Οκτώβρη του 1974 που μας ελευθέρωσαν».
Λαϊκός ζωγράφος
Ο Άκης Παναγιώτου ξεκίνησε να ζωγραφίζει από τις φυλακές το 1974 στις φυλακές της Αδάνων και τα παλιά κτίρια των φυλακών. Ζωγράφιζε με σπασμένες κιμωλίες που έπαιρνα από το υπόγειο του τμήματος. Ο Άκης Παναγιώτου συνέχισε να ζωγραφίζει και το κίνητρο του το έδωσε ο Δημήτρης Θεοδώρου, υπάλληλος του Ιστορικού Αρχείου Λεμεσού, ο οποίος μίλησε μαζί του για τη χρήση των χρωμάτων και του σχεδίου όπως επίσης ο Κύπρος Τόκας και ο Ερίμανθος Χριστοφής. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη δημιουργία αρμάτων για το Καρναβάλι της Σατιρικής με τον Γιώργο και Κώστα Μαυρογένη και με τη Λούλλα Σούσμιθ, που είχε την ευθύνη κατασκευής των αρμάτων για την μεγάλη Λεμεσιανή παρέλαση. Έχει επίσης διακοσμήσει πολλά έργα για τη Γιορτή του Κρασιού. Στον Ζωολογικό Κήπο της Λεμεσού έχει ζωγραφίσει σε διάφορα σημεία και επιφάνειες που έχουν σχέση με τον χώρο κυρίως εξωτικά τοπία. Ως φιλοξενούμενος καλλιτέχνης, θεσμό που υιοθέτησε το Ιστορικό Αρχείο Λεμεσού, το πρώτο έργο που δημιούργησε ο Άκης Παναγιώτου ήταν το κτίριο του Αρχείου-Μουσείου που οι παλαιότεροι το θυμούνται ως «Οικία Έπαρχου» και ακολούθησαν ο Υδατόπυργος, το δημαρχείο Λεμεσού, η Πρυτανεία του ΤΕΠΑΚ καθώς και άλλα σημεία αναφοράς της Λεμεσού όπως επίσης τοπία από χωριά της κυπριακής υπαίθρου. Πίνακες του εκτίθενται στη Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού, Λάρνακας και Πάφου.
Ο Άκης Παναγιώτου έχοντας φύση καλλιτεχνική όπου αυτό συνεπάγεται ευαισθησία, τα συναισθήματα του τα διοχέτευσε στην ζωγραφική και στην μουσική και δεν τα άφησε να τον πνίξουν. Πολλοί που βίωσαν ανάλογες και χειρότερες εμπειρίες επέστρεψαν σε μια κατεστραμμένη πατρίδα ζωντανοί-νεκροί. Και αυτό γιατί δεν είχαν κάπου να διοχετεύσουν τα συναισθήματα τους, να μιλήσουν. Οι αιχμάλωτοι πολέμου παρά τα δεινά που υπέστησαν, ήταν για αρκετό διάστημα στιγματισμένοι ως ριψασπίδες και προδότες. Ώς και στα φύλλα πορείας γινόταν η εξής αναφορά, «απολλύεται ως συλληφθείς αιχμάλωτος υπό των Τούρκων και δεν εξακριβώθηκαν τα αίτια της σύλληψης ώς και η διαγωγή του κατά την διάρκεια ταύτης». Αποκαταστάθει κάτα κάποιον τρόπο, απαλλείφοντας την αναφορά με μαρκαδόρο κατόπιν πολλών παρεμβάσεων στην Βουλή των Αντιπροσώπων.
Πηγή
"Αιχμάλωτος πολέμου 1974- Σύγγραμμα του Άκη Παναγιώτου, Εκδόσεις Αφή, 2023
Σύνδεσμος για το βιβλίο του Άκη Παναγιώτου «Αιχμάλωτος πολέμου 1974: Γκαράζ Παυλίδη, Άδανα, Αντίγιαμα». https://www.openbook.gr/aichmalotos-polemoy-1974/.