Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Νυχτοπάππαρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. o νυκτοκόρακας. 2. αυτός που κοιμάται λίγο και ξυπνά νωρίς.