Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Παρασκευή 4 Απριλίου 2025
Τράπεζα Κύπρου & Εφημερίδα Πολίτης
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Μισκής (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. ο χανσενικός, ο λεπρός. 2. μτφ. α) αυτός που δεν αναπτύσσεται, ο καχεκτικός. β) ο χολερικός.
Συνώνυμα:
Mισκίνης, -α, -ικον