Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μισκής (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο χανσενικός, ο λεπρός. 2. μτφ. α) αυτός που δεν αναπτύσσεται, ο καχεκτικός. β) ο χολερικός.

Συνώνυμα:

Mισκίνης, -α, -ικον