Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μαρτής (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το ημερωμένο ζώο. 2. το πολύ καλά θρεμμένο ζώο. 3. μτφ. ο καλός και αγαθός άνθρωπος.

Συνώνυμα:

Μαρτίν (το)