Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Καρτσ̌ιλλίκκιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. καρτζ̌ιλλίκκιν (1. η συμπεριφορά που δείχνει έλλειψη ντροπής ή σεβασμού 2. η τόλμη. 3. η πρόκληση έντονης συμπεριφοράς).