Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανέφαντος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. ανάφεντος (1. ο αδέσποτος, ο μόνος. 2. μτφ. ο άχρηστος)