ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΞΟΠΡΣΤΥΦΧΨΩ

Αποτελέσματα Αναζήτησης

Το λεξικό βρίσκεται υπό συνεχή ενημέρωση

» Αάπη (η)

η αγάπη.

» Αβάδωτος και Αβάωτος, -η, -ον

o ανοιχτός, ο ξεκλείδωτος, μη ασφαλής

» 'Αβαθος, -η, -ον

ο αβαθής.

» Αβακας (ο)

1.(τοπωνύμιο) μικρό ποτάμι της δυτικής Πάφου γνωστό για το φαράγγι του έκτασης 2 χιλιομέτρων. 2. όργανο για αριθμητικές πράξεις. 3. πλάκα για γραφή από τους μαθητές του δημοτικού.

» Αβάκλιστος, -η, -ον

ατρύγητος, αυτός του οποίου οι καρποί δεν έχουν ραβδιστεί με τη βάκλα (βέργα), ώστε να μαζευτούν στη συνέχεια. Συνήθως για δέντρα.

» Αβαμπαλλιέρης, -ισσα

ο συνήγορος, ο δικηγόρος, ο υπερασπιστής.

» Αβανιά (η)

η διαβολή, η συκοφαντία.

» Αβανίζω

κατηγορώ, συκοφαντώ.

» Αβάντα (η)

όταν κανείς καρπούται κάτι χωρίς κόστος, δωρεάν, συνήθως ξεγελώντας κάποιους. Κατά συνεκδοχή, το αθέμιτο κέρδος.

» Αβαντζ̌ιάζω

κερδίζω.

» Αβάντζ̌ον (το)

1. το κέρδος 2. η προανάφλεξη σε μηχανές εσωτερικής καύσης.

» Αβάντικoν (το)

ποικιλία ροδιού με γλυκόξινη γεύση.

» Αβαντούρα και Αβεντούρα (η)

το πεπρωμένο, το γραφτό.

» Αβάσταος, -η, -ον

1. ο αβάστακτος. 2. ο ασυγκράτητος.

» Αβάτζ̌η (η)

1. η λεκάνη του αλευρόμυλου. 2. βαθούλωμα στο στόμιο του φούρνου όπου μάζευαν τη στάχτη.

» Αβάττα (η)

βλ. αβάντα (όταν κανείς καρπούται κάτι χωρίς κόστος, δωρεάν, συνήθως ξεγελώντας κάποιους. Κατά συνεκδοχή, το αθέμιτο κέρδος).

» Αβάττατζ̌ης, -ίνα

αυτός που καλύπτει τα έξοδα του από άλλους.

» Αβαχή (η)

η αγαθή.

» Αβάωτος, -η, -ον

βλ. αβάδωτος (o ανοιχτός, ο ξεκλείδωτος, μη ασφαλής).

» Αβαΐτιν (το)

έξοδα παραστάσεως (επί Τουρκοκρατίας).

» Αβεντούρα (η)

βλ. αβαντούρα (το πεπρωμένο, το γραφτό).

» Αβέρτα

χωρίς περιορισμούς, ελεύθερα, συνεχώς.

» Αβιζάρω

γνωστοποιώ.

» Αβιζές (ο)

ο πολυέλαιος.

» Αβκάζω

αναβλύζω υγρασία. Χρησιμοποιείται για την υγρασία που αναβλύζουν τα χωράφια μετά από υπερβολική βροχή ή έντονο πότισμα, που τα καθιστά υγρά ή λασπώδη.

» ΄Αβκασμαν (το)

όταν το νερό αναβλύζει από το έδαφος λόγω υπερβολικής βροχής ή ποτίσματος.

» Αβκαστούρα (η)

κουτάλα με τρύπες.

» Αβκοκόβκω

βλ. αβκοκόφκω (βάζω αυγά στην αυγολέμονη σούπα).

» Αβκοκόφκω

βάζω αυγά στην αυγολέμονη σούπα.

» Αβκόλαδον (το)

πρακτικό φάρμακο το οποίο κατασκευαζόταν από δέκα περίπου κρόκους αυγών.

» Αβκολέμονη (η)

παραδοσιακή κυπριακή σούπα που περιέχει αβγά και λεμόνι.

» Αβκολιά (η)

1. το αρδευτικό αυλάκι. 2. μεγάλο και βαθουλό χαντάκι από όπου διέρχεται το νερό ή χρησιμεύει ως φυσικό σύνορο.

» Αβκολιάζω

κατασκευάζω αρδευτικό αυλάκι.

» Αβκόλιαστον (το)

χωράφι που δεν διαθέτει "αβκολιές", δηλαδή αρδευτικά αυλάκια, είτε για πότισμα είτε ως φυσικά σύνορα.

» Αβκολόημαν (το)

ένδειξη ότι η κότα θα κάνει αυγά.

» Αβκόν (το)

το αβγό.

» Αβκόπιττα (η)

αυγόπιτα.

» Αβκορούφητος, -η, -ον

αυτός που δεν έχει υπομονή και θυμώνει εύκολα.

» Αβκοτάραχον (το)

το αβγοτάραχο

» Αβκοτισ̌ιά (η)

η φωλιά των πουλιών.

» Αβκότσιλλον (το)

το τσόφλι του αβγού.

» Αβκότσιφλον (το)

βλ. αβκότσιλλον (το τσόφλι του αβγού).

» Αβκότσουλλον (το)

βλ. αβκότσιλλον (το τσόφλι του αβγού).

» Αβκότσουφλον (το)

βλ. αβκότσιλλον (το τσόφλι του αβγού).

» Αβκοφάς (ο)

αυτός που τρώει πολλά αβγά, που του αρέσει υπερβολικά να καταναλώνει αβγά.

» Αβκώννω

αναφέρεται στην περίοδο γέννησης και επώασης των αβγών από τα πουλιά (μτφ) για έφηβες που αρχίζουν σωματικά να ολοκληρώνονται ως γυναίκες

» Αβκωτή (η)

Παραδοσιακό, στρογγυλό, πασχαλινό κουλούρι (τσουρέκι) με κόκκινο αβγό στη μέση.

» Αβλόμωτος, -η, -ον

αυτός που δεν δηλητηριάστηκε από το αγριόχορτο «φλόμος».

» Αβλός, -ή, -όν

ο τρελός.

» Αβόλετον (το)

το ακατόρθωτο, το αδύνατο, το αθέλητο, βλ. Αβούλετον (το)